Τρίτη 16 Μαΐου 2023
Το Αντιρατσιστικό Παρατηρητήριο του Πανεπιστημίου Αιγαίου αναγνωρίζει τις εύλογες ανησυχίες των Συντονιστών Εκπαίδευσης των Προσφύγων (Σ.Ε.Π.), όπως διατυπώνονται στην ανοιχτή επιστολή διαμαρτυρίας τους, αναφορικά με την μετατροπή των δομών διαμονής προσφύγων-αιτούντων άσυλο και μεταναστών σε κλειστά ελεγχόμενα κέντρα. Θεωρούμε ότι η αυστηροποίηση των συνθηκών εγκλεισμού και γενικότερα οι εφαρμοζόμενες κοινωνικο-χωρικές ρυθμίσεις των υποδομών, οδηγoύν στην περαιτέρω υποβάθμιση των συνθηκών ζωής των προσφύγων, λειτουργεί ανασχετικά στην συμπερίληψη των παιδιών στο εκπαιδευτικό σύστημα, ενισχύει τον ρατσισμό και τις προκαταλήψεις, με αποτέλεσμα η κοινωνικοποίησή τους να καθίσταται ευχολόγιο και κενό γράμμα.
Ο οργανωτικός ανασχεδιασμός των δομών και οι κανονιστικές ρυθμίσεις που τον συνοδεύουν σε ευρωπαϊκό και εθνικό θεσμικό επίπεδο δεν εκπλήσσει. Αποτελεί συνέχεια της μετατόπισης του μεταναστευτικού-προσφυγικού φαινομένου από το πεδίο της κοινωνικής και εργασιακής πολιτικής, στον πυλώνα πολιτικών εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας, από τη δεκαετία του ’80 και έπειτα. Ωστόσο, η νέα χωροταξική και κοινωνική αρχιτεκτονική των ‘Κλειστών Ελεγχόμενων Δομών’ υπερβαίνει την απλή άσκηση κυριαρχικού ελέγχου από το κράτος έναντι των προσφύγων και την διασφάλιση της στενά νοούμενης ασφάλειας των Ελλήνων πολιτών. Η απομόνωση του προσφυγικού πληθυσμού στις περιφέρειες των πόλεων, ή ακόμα χειρότερα σε δασικές ερημιές, όπως στην περίπτωση της Βάστριας στη Λέσβο, τα τουρνικέ, τα συρματοπλέγματα, οι συνεχείς έλεγχοι στις διόδους, τα συστήματα ψηφιακού ελέγχου και επιτήρησης των προσφύγων αλλά και των εργαζομένων στις δομές, συνιστούν τεχνικές βιοπολιτικού ελέγχου του πληθυσμού.
Το νέο αυτό πλαίσιο, υποβαθμίζει δραματικά την μετακίνηση των παιδιών των προσφύγων στα σχολεία, περιορίζει τις δυνατότητες επικοινωνίας των γονέων τους με τους εκπαιδευτικούς, καθιστά αδύνατη την μάθηση μέσω των δραστηριοτήτων της σχόλης και την αλληλεπίδραση με τον γηγενή πληθυσμό και εδραιώνει μια ορισμένη αντίληψη των προσφύγων ως απειλή για τις τοπικές κοινωνίες. Συνιστά ένα παράδειγμα αυταρχικής παιδαγωγικής, όπου η εκπαιδευτική κοινότητα (δάσκαλοι, μαθητές και γονείς) δεν έχει κανένα λόγο για ρύθμιση της λειτουργίας της και εκ των πραγμάτων καθιστά αδύνατη τη συγκρότηση μορφωτικών σχέσεων εντός του αξιακού πλαισίου του σεβασμού, της αμοιβαιότητας και της αλληλεγγύης. Το καθεστώς περιορισμένης κινητικότητας, η εσωτερίκευση του ελέγχου από εκπαιδευτές και εκπαιδευόμενους, περιορίζει τον αυθορμητισμό, απονευρώνει τις σχέσεις δοσίματος-αποδοχής-ανταπόδοσης, την έκφραση συναισθημάτων καθώς και τις δυνατότητες της διδασκαλίας να τροποποιήσει την συμπεριφορά και να διευκολύνει την μάθηση.
Οι σχεδιαζόμενες δομές ως χώροι εγκλεισμού, υποβαθμισμένων εκπαιδευτικών και στεγαστικών συνθηκών και αναγκαστικής συγκέντρωσης, εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε παράδειγμα της διαχείρισης και πειθάρχησης και άλλων ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Κατά τούτο, τα κρίσιμα ζητήματα που θέτουν οι Συντονιστές Εκπαίδευσης των Προσφύγων αφορούν το σύνολο της κοινωνίας.
